Μαλέα Φαλαισίες

ΦςΦΦςΦςΦςΦςΜΑΛΕΑ – ΦΑΛΑΙΣΙΕΣ

Η Μαλέα ή Μηλέα ή Μάλεια ήταν μια σημαντική αρχαία πόλη των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, το οικιστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής της λεκάνης του Θειούντος (Κουτουφαρίνας) στην Ανατολ. Φαλαισία που από την πόλη αυτή λεγόταν Μαλεάτις.

Η Μαλέα βρισκόταν στην τοποθεσία Μαλιόκαμπος Βουτσαρά, ένα μεγάλο πλάτωμα που καταλαμβάνει το πάνω μέρος του λόφου που είναι στη δεξιά/βόρεια όχθη του ποταμού Θειούντα, σε απόσταση (σε ευθεία) 2,5 χλμ. περίπου δυτικά του χωριού Βουτσαρά, 2 χλμ. περίπου βόρεια/απέναντι από το χωριό Σουλάρι και 2,8 χλμ. περίπου ΒΑ από το Λεοντάρι (Λεύκτρον).

Στον ερειπιώνα του Μαλιόκαμπου, που είναι πολύ πιθανό η ονομασία του να διατηρείται από την αρχαία Μαλέα, ήταν εμφανή μέχρι τα τελευταία χρόνια τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του οικισμού. Ο κ. Γ.Α. Πίκουλας («Η Νότια Μεγαλοπολιτική Χώρα», σελ. 129–131) που ερεύνησε το 1983 την περιοχή, αναφέρει ίχνη του αρχαίου οικισμού σε έκταση τουλάχιστον 150 στρεμμάτων και καταγράφει κίονες, σπόνδυλους κιόνων, λείψανα κτιρίων, λιθόπλινθους κ.λπ.

Αναφορικά με την κεραμική καταγράφει μελαμβαφείς κεραμίδες λακωνικού τύπου, όστρακα από διάφορα αγγεία και θραύσματα πιθαμφορέων και πίθων με πλαστικό διάκοσμο (περίτεχνη διακόσμηση κυρίως σχοινοειδή λακωνικής τέχνης) και χρονολογεί τον οικισμό στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια. Τα αρκετά συναφή ευρήματα τον οδήγησαν στο συμπέρασμα (σελ. 19) ότι στον Μαλιόκαμπο / Μαλέα πιθανότατα υπήρχε εργαστήριο κατασκευής αποθηκευτικών πίθων και πιθαμφορέων.

Στη θέση Αϊ Γιάννης στα ΝΑ του Μαλιόκαμπου έχει βρεθεί ένα σπουδαίο εύρημα, μια επιτύμβια ενεπίγραφη στήλη που ήταν εντοιχισμένη στο χείλος του πηγαδιού του Γεωργίου Στ. Σταυρόπουλου. Η στήλη (φωτό) είναι ορθογώνια από τοπικό ασβεστόλιθο και έχει ύψος 46 εκ., πλάτος 44 εκ. και πάχος 15 εκ. Φέρει χαραγμένη την επιγραφή ΑΜΕΥΗΙΠΟΣ με τα χαρακτηριστικά γράμματα του λακωνικού αλφάβητου στη λακωνική διάλεκτο που μεταφράζεται σε ΑΜΕΥΣΙΠΠΟΣ. Από τα γράμματα η επιγραφή χρονολογείται στα υστεροαρχαϊκά χρόνια (τέλη 6ου με αρχές 5ου π.Χ. αι.).

2015 (543)α

Σημ: Η στήλη φυλάσσεται στην Αρχαιολογική Συλλογή της Μεγαλόπολης (αριθ. ευρετηρίου 597).

Τα αρχαιολογικά ευρήματα και η μεγάλη έκταση του οικισμού αποδεικνύουν ότι η Μαλέα ήταν μια σημαντική πόλη, το οικιστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής της λεκάνης του Θειούντος που όπως παραδίδει ο Ξενοφών (Ελλην. ΣΤ΄ V,24) λεγόταν Μαλεάτις («ην δε και επί Λεύκτρω υπέρ της Μαλεάτιδος άλλη φρουρά»). Με το κείμενό του αυτό ο Ξενοφών επί πλέον προσδιορίζει ότι το Λεύκτρον γειτνίαζε με την Μαλεάτιδα και ήταν ψηλότερα υψομετρικά από αυτή, όπως πράγματι είναι το Λεοντάρι (Λεύκτρον) δίπλα και πάνω από τη λεκάνη του Θειούντος.

Ο Ξενοφών επίσης, κατά την ιστόριση της περίφημης «άδακρυς μάχης» (Ελλην. Ζ΄ Ι,28–32), χρησιμοποιεί τη Μαλέα ως σημείο αναφοράς για να προσδιορίσει τις τοποθεσίες διεξαγωγής της μάχης. Έτσι αναφέρει ότι ο Αρχίδαμος της Σπάρτης οπισθοχωρώντας από την Παρρασία χώρα στρατοπέδευσε στους γηλόφους που είναι πάνω από τη Μαλέα, δηλαδή στους γηλόφους που είναι στου Λαδά το Χάνι (μεταξύ Ρούτσι και Βουτσαρά) πάνω από τον Μαλιόκαμπο όπου ήταν η Μαλέα («επαναχωρήσας εστρατοπεδεύσατο εν τοις υπέρ Μηλέας γηλόφοις»). Για δε το σημείο διεξαγωγής της μάχης αναφέρει: «Ο δε (Αρχίδαμος), ουπέρ εστί χωρίον επίπεδον εν ταις συμβολαίς της τε επ’ Ευτρησίων και της επί Μηλέας οδού, ενταύθα εκβάς παρετάξατο ως μαχούμενος».

Το ότι η Μαλέα ήταν σημαντική πόλη στην αρχαιότητα αποδεικνύεται και από τα παρακάτω που προέκυψαν από την έρευνά μας:

Ο Γερμανός φιλόλογος Rudolf Pfeiffer (1889–1979) ανέσυρε από το σκοτάδι και πραγματοποίησε τη μνημειώδη έκδοση των αποσπασμάτων, των ύμνων και των επιγραμμάτων του σπουδαίου αρχαίου (4ος/3ος αι. π.Χ.) ποιητή και λόγιου Καλλίμαχου από την Κυρήνη, που ήταν αρχηγέτης της αλεξανδρινής ποίησης. Ο πρώτος τόμος περιέχει διάφορα διασωθέντα αποσπάσματα από ποιήματα του Καλλίμαχου και τιτλοφορείται: “Callimachus Fragmenta” (Oxford: Clarendon Press, 1949).

Στην Ελλάδα το έργο του Καλλίμαχου εκδόθηκε από τον ειδικευμένο στην αρχαία ελληνική γραμματεία εκδοτικό οίκο «Κάκτος» σε τρεις τόμους. Στον τρίτο τόμο που εκδόθηκε το 2010 και τιτλοφορείται: «Καλλίμαχος Ύμνοι, Αβέβαια αποσπάσματα» περιέχεται (σελ. 254) και το αριθ. 689 απόσπασμα που αρχικά εκδόθηκε από τον παραπάνω Rudolf Pfeiffer, ήτοι το απόσπασμα 689 Pfeiffer. Το απόσπασμα αυτό αφορά σχόλια στον αρχαίο (4ος/3ος αι. π.Χ.) βουκολικό ποιητή Θεόκριτο και συγκεκριμένα στον στίχο 103 («Τον μοι, Παν, Ομόλας ερατόν πέδον όστε λέλογχας») του 7ου ειδυλλίου του «Θαλύσια» και έχει ως εξής: «Παν ο Μαλειήτης τρύπανον αιπολικόν», δηλαδή «Πάνας ο Μαλειήτης, γιδάρικο τρυπάνι».

6867930661_aa4dc47512[1]

Για το απόσπασμα αυτό η φιλολογική ομάδα του «Κάκτου» δημοσιεύει το αριθ. 114 (σελ. 365) σχόλιό της που έχει ως εξής: «Προφανώς το απόσπασμα αναφέρεται στις ασελγείς σεξουαλικές ορέξεις του θεού Πάνα. Ο Πάνας ονομάζεται Μαλειήτης από την αρκαδική πόλη Μάλεια ή Μαλέα».

Αυτό λοιπόν που έχει εξαιρετική σημασία για τη Μαλέα και την περιοχή της και δεν είχε μέχρι τώρα επισημανθεί, είναι ότι ο εθνικός θεός της Αρκαδίας, ο τραγοπόδαρος ποιμενικός θεός Πάνας που στην Αρκαδία ήταν ισότιμος με τους πιο μεγάλους θεούς, ονομαζόταν και Παν ο Μαλειήτης από την πόλη Μαλέα, γεγονός που αφ’ ενός αποδεικνύει τη σημαντικότητα της Μαλέας και αφετέρου ότι στον Μαλιόκαμπο Βουτσαρά ασφαλώς θα υπήρχε και σημαντικό ιερό του Πάνα για τη λατρεία του, που ως εκ τούτου ονομαζόταν Μαλειήτης.

Ένα από τα κύρια πρόσωπα των βουκολικών ειδυλλίων του προαναφερόμενου Θεόκριτου, του αρχηγέτη της «βουκολικής ποίησης», είναι ο νεαρός και πανέμορφος βοσκός Δάφνις. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης (συλλογή Farnese) στην Ιταλία υπάρχει ένα μαρμάρινο άγαλμα – σύμπλεγμα (φωτό) που απεικονίζει το θεό Πάνα να μαθαίνει στον Δάφνη (ή Όλυμπο) να παίζει σύριγγα. Το άγαλμα αυτό είναι ρωμαϊκό αντίγραφο από ελληνικό πρωτότυπο που είχε φιλοτεχνηθεί από τον γλύπτη Ηλιόδωρο τον Ρόδιο. Αναφορά για το άγαλμα κάνει ο Ρωμαίος Gaius Plinius Secundus (Πλίνιος ο Πρεσβύτερος) στο εγκυκλοπαιδικό σύγγραμμά του «Naturalis Historia» (Liber XXXVI, 35).

Η Μαλέα, που ήταν περιοικίδα πόλη της Σπάρτης στην Αιγύτιδα χώρα και άκμασε κατά τα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια, συμμετείχε στην υποχρεωτική συνοίκηση της Μεγάλης Πόλης κατά την ίδρυσή της στα κλασικά χρόνια τον 4ο π.Χ. αι. (371/368 π.Χ.), όπως παραδίδει ο Παυσανίας (Αρκαδ. 27,4): «Παρά δε Αιγυτών και Σκιρτώνιον και Μαλέα και Κρώμοι και Βλένινα και Λεύκτρον». Χωρίς πληθυσμό πλέον ερήμωσε και ερείπωσε, όπως προκύπτει από τις αρχαίες πηγές που δεν κάνουν καμιά μνεία για τη Μαλέα μετά την «άδακρυ μάχη» το 368 π.Χ. και επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα στον Μαλιόκαμπο που χρονολογούνται μέχρι το πρώτο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα.

Μετά την καταστροφή της Μεγάλης Πόλης από το βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη Γ΄ το 223 π.Χ. (περίπου 150 χρόνια μετά την ίδρυσή της) και την έκτοτε παρακμή και φθίνουσα πορεία της, οι οικιστικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή της Μεγαλοπολίτιδας άλλαξαν. Πλέον, τμήματα πληθυσμού έφευγαν από τη Μεγάλη Πόλη και επέστρεφαν στα πάτρια εδάφη τους ή αναζητούσαν άλλες πρόσφορες για κατοίκηση περιοχές για να εγκατασταθούν και να χτίσουν οικισμούς.

Η ιδιαίτερα κατάλληλη για κατοίκηση λεκάνη του Θειούντος (οδικός άξονας παραπλεύρως του ποταμού, νερά, αρδευόμενες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, βοσκότοποι κ.λπ.) ασφαλώς δεν ήταν δυνατό να παραμείνει ανεκμετάλλευτη και ακατοίκητη.

Καθώς η Μαλέα στο πλάτωμα του Μαλιόκαμπου Βουτσαρά είχε ερειπωθεί, τμήματα πληθυσμού (πιθανότατα οι απόγονοι των κατοίκων της Μαλέας) εγκαταστάθηκαν σε ένα άλλο μεγάλο πλάτωμα της περιοχής, στην Παλιοδραμπάλα Σουλαρίου που είναι στην απέναντι/νότια όχθη του Θειούντος και λίγο ανατολικότερα (περίπου 1,3 χλμ. ΒΑ του Σουλαρίου), κοντά στα ζωτικής σημασίας νερά των κεφαλαριών – πηγών του Θειούντος («Κεφαλόβρυσο» και «Κολοκύθα»). Εκεί έχτισαν την πόλη Φαλαισίες, που όπως προκύπτει από την ετυμολογία της ονομασίας της ήταν γι’ αυτούς ο φωτεινός, λαμπερός, αίσιος, ευοίωνος, καλότυχος και κατάλληλος νέος τόπος για να κατοικήσουν.

Οι Φαλαισίες (που δεν υπήρχαν κατά την ίδρυση της Μεγάλης Πόλης) ήταν η οικιστική συνέχεια της Μαλέας στη λεκάνη του Θειούντος, στην Παλιοδραμπάλα Σουλαρίου, αναμφίβολα κατά την άποψή μας όπως έχουμε αναλύσει και τεκμηριώσει (βλ. «Οδός Μεγάλης Πόλης – Βελεμίνας» και «Αρχαίες Φαλαισίες»), σύμφωνα με όσα παραδίδει ο Παυσανίας (Αρκαδ. 35,3) και τα ιστορικά δεδομένα που επαληθεύονται απόλυτα από τα αρχαιολογικά ευρήματα στην Παλιοδραμπάλα και τη χρονολόγησή τους (όψιμων ελληνιστικών χρόνων).

Σημ.: Επί πλέον των παραπάνω αναφερόμενων ευρημάτων στον Μαλιόκαμπο, καταγράφουμε και ακόμη ένα πολύ σημαντικό και σπάνιο αρχαιολογικό εύρημα των γεωμετρικών χρόνων. Όπως μας πληροφόρησε η αρχαιολόγος Δρ. Ελένη Σαλαβούρα που κατάγεται από το Βουτσαρά, ο αποβιώσας παππούς της Σταύρος Σαλαβούρας (που διετέλεσε πρόεδρος του χωριού για πολλά χρόνια και επρόκειτο για σοβαρό καιαναμφισβήτητα αξιόπιστο άτομο) της είχε εκμυστηρευθεί ότι στη δεκαετία του 1950 κατά το όργωμα στον Μαλιόκαμπο το αλέτρι είχε ανασύρει «ένα αγγείο με καπάκι που είχε λαβή με αλογάκια». Πρόκειται δηλαδή για το αγγείο γεωμετρική πυξίδα που χρησίμευε για τη φύλαξη κοσμημάτων και γυναικείων καλλυντικών και ήταν χαρακτηριστικό κτέρισμα των γεωμετρικών χρόνων. Η γεωμετρική πυξίδα του Μαλιόκαμπου καταδεικνύει ότι η Μαλέα ήταν μια πανάρχαια πόλη, αρχαιότερη των αρχαϊκών χρόνων, που υπήρχε στον Μαλιόκαμπο Βουτσαρά από τα γεωμετρικά χρόνια.

ΝΙΚΟΣ Γ. ΚΑΡΥΔΗΣ

  • Ευχαριστούμε θερμά τον Κύριο Νίκο Γ. Καρύδη.(Σκορτσινού)…. (από την  έρευνά του : Τοπογραφική και Ιστορική θεώρηση Αρχαίας Φαλαισίας –  Νότιας Μεγαλοπολίτιδας. ) 

Το Δ.Σ. του Συλλόγου μας