Ο Θέρος τα παλιά χρόνια

DSC00484 (2).jpgKUYG
Θημωνιές στ’ αλώνια Βουτσαράς 1980….

Στ’ αλώνια……

Ιούλιος πια, θεριστής και αλωνάρης για το χωριό μας και οι θεριστάδες ενθυμούμενοι το ρητό «Θέρος, Τρύγος, Πόλεμος», τέτοιες μέρες –πριν αρχίσει ο μηχανικός τρόπος θερισμού- άρχιζαν να ακονίζουν τα δρεπάνια για το ετήσιο πανηγύρι της συγκομιδής των δημητριακών, της κύριας τροφής του ανθρώπου από υπάρξεώς του.
Τα κασόνια στα κατώγια σαρωμένα και καθαρισμένα περίμεναν την συγκομιδή, το στήριγμα της οικογένειας για όλο το επόμενο έτος. Χαράματα οι θεριστάδες έκαναν τον Σταυρό τους κι έπιαναν δουλειά να προκάμουν, προτού πιάσει η δυνατή ζέστη. Όλη τη μέρα, σκυφτοί, με τα καπέλα, τα μαντίλια και τα τσεμπέρια στο κεφάλι και με το δρεπάνι στο χέρι, θέριζαν τον ευλογημένο καρπό και συναγωνίζονταν ποιος θα βγει πρώτος στην άλλη άκρη του χωραφιού. Μάζευαν στο χέρι όσα στάχυα μπορούσαν, τα έκοβαν με το γυριστό δρεπάνι, φούχτωναν άλλα τόσα, τα έκοβαν κι αυτά και τ’ ακουμπούσαν χάμω. Στο κατόπι διάλεγαν 3 – 4 στάχυα από τα θερισμένα, τα πιο μεγάλα, και με αυτά έδεναν τα υπόλοιπα κι έφτιαχναν το πρώτο τους χερόβολο.Ύστερα περνούσε ο δεματάς, , αγκάλιαζε κάμποσα χερόβολα (περίπου 15) και τα έδενε σε ένα δεμάτι με τα «δεματικά», τα οποία ήταν είτε από άγρια σίκαλη είτε από τα ίδια τα στάχυα.

» Τούτα δω τα δεματικά, ο ξωμάχος τα φτιάχνει με ολάκερο τον κορμό της σίκαλης. Ξεριζώνει τη σίκαλη τούτο τον καιρό, τη μαζεύει προσεχτικά, τη δένει και τη βάζει στο νερό κάνα δυο μέρες, για να μουσκέψει. Έπειτα τη βγάζει, πιάνει έναν ίσκιο κι αρχίζει να δουλεύει. Πιάνει μερικά κλωνιά σίκαλη και τα δένει πολύ καλά απ’το πάνω μέρος πού ναι τα στάχυα κι ύστερα τα στρίβει αντίθετα καλά, καλά να καλοστριφτούν, αγκαλιάζοντας τό’να τ’άλλο και πετάει έτοιμο κάτω το δεματικό στριμμένο κι όμορφο σαν πλεξίδα. Φτιάχνει καμιά εκατοστή από δαύτα τα ξανά βουτάει στο νερό και τ’αφήνει εκεί να τα βρει την άλλη μέρα το πρωί, που θ’αρχίσει με το χάραμα το δέσιμο του σιταριού. Και να πως: Ξαπλώνει καταγής ξεστριμμένο το δεματικό και στοιβάζει πάνω σ’αυτό εξήντα χεριές σιταριού όμορφα και συμμετρικά. Ύστερα, πιάνοντας τις άκρες του »σικαλένιου» δεματικού με τα χέρια του και πιέζοντας με το γόνατό του τις χεριές τις σφίγγει δυνατά, τις δένει και να, έτοιμο το δεμάτι. Το πιάνει τώρα, το στήνει με τα στάχυα προς τα πάνω κατά τον ήλιο για να ξεραθεί τελείως και για να μπορεί να το φορτώνει στα ζα του ευκολότερα, όταν θ’αρχίσει, ύστερα από λίγο, να το κουβαλάει στ’αλώνια.»
Μετά αναλάμβανε ο κουβαλητής, ο οποίος φόρτωνε τα δεμάτια στο γάιδαρο και στα μουλάρια , για να τα μεταφέρει στο αλώνι, όπου τα ξεφόρτωνε κι έκανε τη θημωνιά. Ας θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη:

« Στ’ αλώνια καλοσάρωτα, και ξεχορταριασμένα,
θα ξαπλωθούν οι θημωνιές,
ξανθόμαλλες πλεξίδες».

Τα πρώτα δεμάτια τα τοποθετούσε όρθια και τα υπόλοιπα πλαγιαστά, χτίζοντας τα γύρω-γύρω και με τον καρπό προς τα μέσα, που να μη φαίνεται, για να μην τον τρώνε τα σπουργίτια, που μαζεύονταν χιλιάδες στις θημωνιές.
Όταν η κούραση και το λιοπύρι το επέτρεπαν, οι θεριστάδες έκαναν κέφι, λέγοντας αστεία και τραγουδώντας, μέχρι νάρθει η ώρα για το μεσημεριανό φαγητό στη σκιά κάποιου κοντινού δένδρου. Η οικοδέσποινα φρόντιζε από τη νύχτα για το φαγητό των ξωμάχων κι ο κουβαλητής έτρεχε για να το φέρει. Μετά το φαγητό περίμεναν λίγη ώρα, να «πάει κάτου το φαΐ» και να καταλαγιάσει η δυνατή ζέστη, για να συνεχίσουν πολλές φορές και μέχρι αργά το βράδυ.

Είναι χαρακτηριστικοί οι παρακάτω στίχοι από την Ιλιάδα του Ομήρου οι οποίοι δείχνουν πόσο η διαδικασία του θερισμού έμεινε αναλλοίωτη από την αρχαιότητα μέχρι και τη δεκαετία του 1970, όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν οι πρώτες μηχανές που αντικατέστησαν τα δρεπάνια και τη χειρωνακτική εργασία.

«Κι έβαζε ακόμα χτήμα απάνω τον βασιλικό, κι αργάτες θέριζαν, κοφτερά στα χέρια τους φουχτώνοντας δρεπάνια· άλλα χερόβολα σωριάζονταν στο χώμα αράδα αράδα κι άλλα τα δέναν με ασταχόσκοινα γερά οι δεματιαστάδες· κι ήτανε τρεις που τα δεμάτιαζαν, και πίσω τους αγόρια τρέχαν, μάζευαν τα χερόβολα, στην αγκαλιά τα παίρναν, και τα ‘διναν πιο πίσω …Κάπου πιο πέρα οι κράχτες σύνταζαν κάτω από δρυ το γιόμα· βόδι τρανό είχαν σφάξει κι έψηναν με προθυμία, κι οι δούλες σωρό το αλεύρι το άσπρο εζύμωναν, να φαν οι θεριστάδες.

(Ομήρου Ιλιάς , στ. 550-556 και 558-560. Μετάφραση: Ι. Κακριδή – Ν. Καζαντζάκη)

Το νεύμα για το ξεκίνημα του θερισμού βέβαια έδινε και δίνει στους αιώνες ο διδακτικός ποιητής Ησίοδος, με τις συμβουλές του:

«Όταν πάλι το σαλιγκάρι ανεβαίνει από την γη στα δέντρα, ζητώντας προστασία από την ζέστη που φέρνουν οι Πλειάδες, τότε πια δεν είν’ άλλο καιρός να σκάβεις τα αμπέλια. Πρέπει τότε ν’ ακονίζεις τα δρεπάνια σου και τους υποταχτικούς σου να κεντρίζεις για δουλειά. Μην αποζητάς τους ίσκιους και τον πρωινό ύπνο, όταν φθάσει η ώρα για τον θερισμό, την εποχή που ο ήλιος ψήνει το δέρμα.

Τέτοιες στιγμές πρέπει να βιάζεσαι και να κουβαλάς τον καρπό στις αποθήκες, πιάνοντας χαράματα δουλειά, για να έχεις το βιός σου ασφαλισμένο. Γιατί με την αυγή φεύγει το ένα τρίτο της δουλειάς, με την αυγή πηγαίνει κανείς καλύτερα στον δρόμο, προκόβει και στο μεροκάματο, με την αυγή, που μόλις φανεί, βγάζει τόσους ανθρώπους ξαφνικά στους δρόμους και τόσα βόδια βάζει στο ζυγό».
Αφού φτιαχνόταν η θημωνιά ξεκίναγε η διαδικασία του αλωνίσματος. Τα άλογα – παλαιότερα τα βόδια- έμπαιναν στο αλώνι και έφερναν κύκλους στα λυμένα πια δεμάτια μέχρι λιώσουν τα στάχυα και να ξεχωρίσει το σιτάρι από τα άχυρα.Μετά ερχόταν η σειρά του λιχνίσματος. Το λίχνισμα, καθώς και τα γυρίσματα, γίνονταν με ξύλινα ή σιδερένια δεκριάνια. Τα άχυρα κατά το λίχνισμα μαζεύονταν σε μια μόνο πλευρά ή προς ανατολάς ή προς δυσμάς ανάλογα προς τα πού φυσούσε.
Ακολουθούσε το «δρυμόνιασμα» . Το δρυμώνι ήταν κόσκινο τετράγωνο παραλληλόγραμμο με σανίδες στα πλάγια και από κάτω λαμαρίνα με πολλές τρύπες, που επέτρεπε να περνάνε μόνο τα σπυριά του σταριού.

Το καθαρό σιτάρι το έριχναν στα σακιά, το φόρτωναν στα ζώα, το μετέφεραν στο σπίτι και το έριχναν στα κασόνια. Στη συνέχεια μετέφεραν στους αχυρώνες τα άχυρα τα οποία θα χρησιμεύσουν ως τροφή των ζώων το χειμώνα.
Η διαδικασία του αλωνίσματος ήταν πολύ κουραστική και επίπονη εργασία κι όποιος έχει αλωνίσει μ’ αυτόν τον τρόπο θα θυμάται σίγουρα τη σκόνη και τα άγανα από τα στάχυα να κολλάνε στο ιδρωμένο σώμα, αλλά το αποτέλεσμα – το γεμισμένο κασόνι- δικαίωναν σχεδόν πάντα την προσπάθεια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s